Κεντρική Σελίδα   Εισαγωγή | Τα 4 πρώτα κεφάλαια | Κριτικές | Εξώφυλλο | Οπισθόφυλλο  

Μ Ε Ρ Ο Σ Π Ρ Ω Τ Ο

Για ν' αποφεύγεις τα λάθη πρέπει ν' αποκτάς εμπειρία,

αλλά για ν' αποκτάς εμπειρία πρέπει να κάνεις λάθη.

ΛΟΡΕΝΣ ΠΙΤΕΡ (Καναδός συγγραφέας, 1910-1990)

1

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Ο MOYΣΑΤΟΣ ΔΙΑΛΑΛΟΥΣΕ την πραμάτεια του κι η αριστερίστρια τις προκηρύξεις της. Κι εγώ άκουγα τα λόγια τους με αντίλαλο. Ποια λόγια τους δηλαδή, το μόνο που άκουγα ήταν μια βοή΄ μια βοή διαρκείας. Ένα ανατριχιαστικό βούισμα που θαρρείς ότι έβγαινε από τα στόματα όλων όσοι σουλατσάριζαν στον προθάλαμο της Νομικής.
Βραδάκι των φοιτητικών εκλογών κι ο χώρος ήταν πήχτρα στο φοιτηταριό. Κι όλοι μιλούσαν ή μάλλον ωρύονταν. Όμως δεν έβγαιναν κουβέντες απ' τα στόματά τους, παρά μόνο ένα παρατεταμένο βουητό που μου ξέσκιζε το τύμπανο. Ένιωθα λες και είχα ξεβραστεί στη Σόλωνος από κάποια μαύρη τρύπα του σύμπαντος, λες και είχα κάνει άλμα στην τέταρτη διάσταση...
«Πιο σιγά, μαντάμ, μας ξεκούφανες!»
«Δεν είμαι μαντάμ, σύντροφε!»
«Ούτε εγώ είμαι σύντροφος, μαντάμ!»
Μόνο όταν ξεβούλωσαν τ' αυτιά μου συνειδητοποίησα ότι ο μουσάτος που πουλούσε πορτοκαλάδες και γιαούρτια τσακωνόταν με την αριστερίστρια που μοίραζε προκηρύξεις. Εκείνη του μιλούσε, της μιλούσε κι αυτός, αλλά εγώ ήξερα τι θ' ακούσω ένα κλικ προτού το ηχητικό σήμα μπουκάρει στον εγκέφαλό μου. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αισθανόμουν σαν να είχα ξαναζήσει το ίδιο σκηνικό, αλλά ήταν η πιο έντονη. Κι έγινε ακόμα εντονότερη όταν παρατήρησα τη φατσούλα της αριστερίστριας με τις προκηρύξεις.
Κάπου, κάπως, κάποτε την είχα ξαναδεί αυτή τη φατσούλα... Όμως δε θυμόμουν πού, πώς και πότε. Να τη ρωτήσω; Ούτε μία στο εκατομμύριο. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα μιλήσει σε γυναίκα που μου άρεσε. Μιλούσα μόνο σε γυναίκες που δε μου άρεσαν. Και σε όσες δε μου άρεσαν άρεσα εγώ. Ένας θεός ξέρει, βέβαια, τι διάολο μου 'βρισκαν ακόμα κι αυτές. Μπόι είχα, αλλά δεν είχα τίποτ' άλλο. Με ατσαλάκωτο μαλλί απροσδιορίστου χρώματος -κάτι μεταξύ μελιτζανί και καστανού- και μάτια που μου 'λεγαν ότι ήταν γαλάζια -αλλά εμένα μου θύμιζαν τις στολές αγγαρείας της αεροπορίας-, ποιος ξέρει τι είδους βίτσια γαργαλούσε η φάτσα μου σε όσες την έβρισκαν ελκυστική. Δυο τρεις δηλαδή μου το 'χαν πει αυτό, όχι περισσότερες. Εγώ δεν το 'χα πει σε καμία. Εκείνη τη στιγμή, ωστόσο, ο πειρασμός να πιάσω κουβέντα στη φατσούλα ήταν τόσο έντονος, που παραλίγο να ενδώσω. Συγκρατήθηκα την τελευταία στιγμή, όταν θυμήθηκα ποιος ήταν ο συνομιλητής της. Και είναι αλήθεια ότι τον έτρεμα το μουσάτο. Τα γιαούρτια που πουλούσε ήταν ληγμένα, μια και ο αποκλειστικός τους προορισμός ήταν τα μούτρα των ομοϊδεατών μου. Και τα δικά μου, ασφαλώς. Κάμποσα απ' αυτά με είχαν πετύχει στο δόξα πατρί.
Το μουσάτο σκεφτόμουν, τη φατσούλα έτρωγα με τα μάτια. Το βλέμμα μου είχε εστιάσει κατευθείαν πάνω στα μαύρα της γυαλιά, που την έκαναν να μοιάζει με αόμματη. Θα είχε, προφανώς, τους λόγους της, η κοπέλα, για να φοράει βραδιάτικα κατάμαυρο γυαλί ηλίου. Άλλωστε, κι εγώ νωρίτερα είχα παρατηρήσει ότι η αποψινή βραδιά ήταν ασυνήθιστα φωτεινή. Και ο προθάλαμος της Νομικής -με τις ψυχρές λάμπες φθορίου στην ξεφλουδισμένη οροφή ν' αναβοσβήνουν τσιρίζοντας- ήταν λουσμένος από ένα αρρωστιάρικο λευκό χρώμα που σε υποχρέωνε να στενεύεις τα μάτια σου σαν Κινέζος. Ή να φοράς γυαλιά ηλίου.
Το βλέμμα μου παρέμενε καρφωμένο στα μαύρα γυαλιά της φατσούλας, αλλά όχι για πολύ. Αμέσως μόλις τα έβγαλε, παρατήρησα τα μάτια της. Καστανά μού φάνηκαν. Μπα, μάλλον μαύρα ήταν. Μμμ, γαλάζια ήταν τελικά. Αν και στο φινάλε μού φάνηκαν πράσινα. Ή μήπως κόκκινα; Όχι, μάλλον κίτρινα.... Τι διάολο, τη χρυσή περνούσε;
Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα και συνειδητοποίησα ότι έβλεπα μπροστά μου όλα τα χρώματα της ίριδας. Η ζαλάδα κι ο πονοκέφαλος φούντωναν, με είχαν τσακίσει. Κάπου είχα διαβάσει ότι το βουητό, ο πονοκέφαλος και τα άσπρα-κόκκινα-κίτρινα-μπλε ήταν τα πρώτα συμπτώματα του λαβύρινθου. Έλα όμως που εγώ είχα να ξεδιαλύνω έναν άλλο λαβύρινθο, πιο σκοτεινό, πιο δαιδαλώδη. Και δεν είχα πρόχειρη την Αριάδνη με το μίτο της...
Ξανακοίταξα την τόσο γνώριμη άγνωστη φατσούλα, αλλά ήταν αδύνατον να θυμηθώ πού την είχα ξαναδεί. Η πιο λογική εξήγηση ήταν ότι την είχε ξαναπάρει το μάτι μου στη Νομική. Κάτι μου έλεγε όμως ότι η απάντηση δεν ήταν τόσο απλή. Την παρατηρούσα με προσοχή, όσο εκείνη χάζευε με απορία το μουσάτο. Ο τύπος είχε γραπώσει ένα μελανούρι -ωραία γκόμενα, αλλά εμφανώς χωριάτισσα-, τον είχε γραπώσει κι εκείνη και παρέμεναν ασάλευτοι κι αγκαλιασμένοι για κάμποση ώρα. Ξαφνικά, τα μάτια της φατσούλας άρχισαν να στριφογυρνούν πέρα δώθε, ώσπου κάποια στιγμή σταμάτησαν να στριφογυρνούν και καρφώθηκαν κάπου. Καρφώθηκαν πάνω μου! Και. τι ήταν αυτό; Μου χαμογελούσε; Μου χαμογελούσε!
Δεν ανταπέδωσα το χαμόγελο, εξυπακούεται. Στεκόμουν και την κοιτούσα σαν χάννος, ενώ μια φωνή μέσα μου αξίωνε να κάνω μεταβολή και να την κοπανήσω. Και μια άλλη, πιο δυνατή, ούρλιαζε να πάω να της μιλήσω. Τελικά δεν έκανα τίποτα από τα δύο. Η βρόμα από την αμπούλα που έσκασε στον προθάλαμο της Νομικής αποδείχτηκε ακόμα πιο δυνατή από τις δύο μυστήριες φωνές. Έπιασα τη μύτη μου κι έτρεξα προς την πιο κοντινή αίθουσα. Τη στιγμή που έκλεινα την πόρτα, είδα την αριστερίστρια με τις προκηρύξεις να τρέχει προς την έξοδο΄ χωρίς τις προκηρύξεις.
Ξαναβγήκα στον προθάλαμο δέκα λεπτά αργότερα. Η βρόμα είχε διαλυθεί, όχι όμως κι η θολούρα στο κεφάλι μου. Η φωνή μέσα μου είχε πάψει πια να μου ουρλιάζει. Απλώς με σάρκαζε. Μου 'λεγε ότι μόλις πριν από λίγα λεπτά είχα χάσει την πρώτη μου ευκαιρία. Αλλά δε μου διευκρίνιζε για ποιο πράγμα.
Ο πάγκος με τις προκηρύξεις ήταν άδειος. Η φατσούλα δεν είχε επιστρέψει στο πόστο της. Όμως ο πάγκος με τα αναψυκτικά και τα γιαούρτια τελούσε υπό κατάληψη. Οι καταληψίες ήταν φάτσες γνώριμες, φάτσες της δικής μου παράταξης. Έτσι κι εμφανιζόταν ξαφνικά ο μουσάτος και τους έπιανε στα πράσα να λεηλατούν το κατάστημα, θα τους έκανε με τα κρεμμυδάκια.
Μια πορτοκαλάδα ξέφυγε από τον έλεγχο των πλιατσικολόγων και τσούλησε ως τα πόδια μου. Έσκυψα και τη μάζεψα μηχανικά, τη στιγμή ακριβώς που ο μουσάτος μπούκαρε αγριεμένος στον προθάλαμο.
«Τι κάνετε εκεί, ρε φλώρια;» κραύγασε. «Γαμώ το κέρατό σας μέσα!»
Τα φλώρια έγιναν λούηδες. Εγώ έμεινα ακίνητος στη θέση μου, κρατώντας την πορτοκαλάδα αμήχανα. Ο μουσάτος με πλησίασε απειλητικά κι άπλωσε το χέρι προς το μέρος μου.
«Εκατόν πενήντα φράγκα» αξίωσε.
Μέχρι να μου απευθύνει το λόγο, νόμιζα ότι θα με βαρούσε. Μόλις κατάλαβα πού το πήγαινε, βγήκα απ' τα ρούχα μου. «Εκατόν πενήντα φράγκα για μια πορτοκαλάδα;» αγανάκτησα. «Αυτό λέγεται ληστεία!»
«Γιατί, αυτό που κάνατε εσείς πώς λέγεται;» Το επιχείρημά του ήταν αποστομωτικό. Όμως δεν ήμουν διατεθειμένος να του δώσω τόσα λεφτά. 'Ασε που δε συνήθιζα να κουβαλάω πάνω μου εκατόν πενήντα φράγκα -πού να τα βρω; Κι έτσι του έδωσα πίσω την πορτοκαλάδα. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Τι να την κάνω;» μούγκρισε. «Οι δικοί σου βούτηξαν καμιά δεκαριά και την κοπάνησαν. Προφανώς, άφησαν εσένα να τις πληρώσεις, έτσι;»
«Δεν είναι δικοί μου!» διαμαρτυρήθηκα.
«Πώς δεν είναι δικοί σου; Αφού φοράτε τα ίδια σηματάκια στο πέτο». Πέτα δεν είχε το πουλοβεράκι μου, αλλά το αυτοκόλλητο ήταν εκεί. Γαλάζιο και τιμημένο. «Από μικροί κάνετε πρόβες, έτσι;» συνέχισε ο μουσάτος. «Για το πώς θα κλέβετε το λαουτζίκο. Καπιταλίστες του κερατά! Παλιοφασισταριά!»
Αυτή τη φορά εξοργίστηκα. «Δεν είμαι φασίστας! Δεν είναι όλοι οι δεξιοί φασίστες!»
«Ναι, αλλά όλοι οι φασίστες είναι δεξιοί». Επ' αυτού δεν είχα τι να απαντήσω. «Όχου, δε γαμιέται!» έκανε τελικά ο μουσάτος. «Χάρισμά σου η πορτοκαλάδα. Έχε χάρη που έχω πιο σημαντικά πράγματα να κάνω».
Κι ύστερα μου γύρισε την πλάτη και στράφηκε στη μελαχρινή που μπαλαμούτιαζε νωρίτερα. Τη δικιά μου μελαχρινή δεν την είχε πάρει το μάτι μου ακόμα. Δικιά μου ... Από πού κι ως πού; Δεν τη γνώριζα καν. Η δε πρώτη ευκαιρία να τη γνωρίσω είχε χαθεί άπαξ διά παντός. Και δεν ήξερα καν αν θα υπάρξει δεύτερη.
Αποφάσισα να πεταχτώ μέχρι το αμφιθέατρο. Η καταμέτρηση των ψήφων θα είχε σίγουρα ξεκινήσει.

Δεν έπεφτε καρφίτσα. Με το που άνοιξα την πόρτα με τύλιξε η ομίχλη απ' την κάπνα. Δεν ξεχώριζες φάτσες σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε μέτρων. Τη φάτσα της φατσούλας, πάντως, την ξεχώρισα, καθώς έπεσα σχεδόν πάνω της. Στηριζόταν με την πλάτη στον τοίχο πλάι στη δίφυλλη πόρτα κι έδειχνε ανυπόμονη. Δίπλα της στεκόταν ένα γεροδεμένο φρικιό που χάζευε το φασαριόζικο ακροατήριο και χασκογελούσε. Τα κάτασπρα δόντια του άστραφταν σαν καλογυαλισμένοι χαυλιόδοντες και το μακρύ καστανό μαλλί του ήταν δεμένο αλογοουρά.
«Πάμε, ρε Μήτσο, να πάρουμε λίγο αέρα!» τον παρακάλεσε η φατσούλα. «Δεν μπορώ ν' ανασάνω από την τσιγαρίλα».
Ο Μήτσος άναψε τσιγάρο. Κι ύστερα γέλασε ακόμα πιο δυνατά, ακολουθώντας με το βλέμμα του ένα γιαούρτι που προσγειώθηκε πάνω στην έδρα. Οι γυαλάκηδες της εφορευτικής επιτροπής ούτε που χαμπάρισαν. Συνέχισαν απτόητοι ν' ανοίγουν ψηφοδέλτια και ν' ανακοινώνουν τ' αποτελέσματα με στόμφο.
Η φατσούλα τραβούσε το Μήτσο από το μανίκι. «Έλα, ρε Μητσάρα, σε παρακαλώ! Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα». Ο υπερθετικός βαθμός του υποκοριστικού του φαίνεται ότι χάιδεψε το φιλότιμο του ασπροδόντη, που έπιασε το χέρι της συνοδού του. Αυτή τη φορά η φατσούλα δε μου έριξε ούτε ματιά βγαίνοντας από το αμφιθέατρο.
Για λίγες στιγμές ζύγισα τις επιλογές μου. Ή θα έπρεπε να τους ακολουθήσω ή να μείνω εκεί και να ακούω τις ενστάσεις που είχαν αρχίσει να πέφτουν βροχή. Σε κάθε ψηφοδέλτιο που άνοιγε ακουγόταν και μια ένσταση. Κι αμέσως μετά μια ένσταση επί της ένστασης. Όλες οι ενστάσεις καταγράφονταν μαζί με τα ψηφοδέλτια. Κι έτσι οι παρατάξεις μπέρδευαν τις ψήφους με τις ενστάσεις, ύστερα μπέρδευαν τα μπούτια τους και στο τέλος ανακοίνωναν καμιά δεκαριά διαφορετικές εκδοχές αποτελεσμάτων.
'Αλλο μπέρδεμα κι αυτό... Όμως το δικό μου μπέρδεμα παρέμενε πιο πολύπλοκο, πιο σκοτεινό. Αποφάσισα να κάνω μια προσπάθεια ακόμα, μπας και ξεμπλέξω τον αόρατο μίτο. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα απ' το λαβύρινθο, που είχε σχήμα αμφιθεάτρου.
Ο Μητσάρας είχε στριμώξει τη φατσούλα σε μια γωνιά και κάτι της ψιθύριζε στ' αυτί. Εκείνη έκανε έναν ελιγμό και ξέφυγε επιδέξια από το στρίμωγμα. Στάθηκε πίσω από τον πάγκο κι άρχισε να μαζεύει τις προκηρύξεις και να τις χώνει στο ταγάρι της. Ξαφνικά μια στοίβα ξέφυγε από τα χέρια της κι οι προκηρύξεις ξεχύθηκαν στο πάτωμα. Κάμποσες απ' αυτές έκαναν τσουλήθρα πάνω στο μωσαϊκό κι άγγιξαν τα παπούτσια μου. Αρχικά παρατήρησα τα σφυροδρέπανα με ενδιαφέρον. Έπειτα στράβωσα το κεφάλι μου, προσπαθώντας να διαπιστώσω αν το μ-λ ήταν μπρος ή πίσω από την ονομασία του κόμματος.
«Θα με βοηθήσεις να τις μαζέψω, σύντροφε;» Η αριστερίστρια είχε σκύψει μπροστά στα πόδια μου και μιλούσε σε κάποιον. Προσπάθησα να εντοπίσω σε ποιον απευθυνόταν, αλλά δεν είδα κανένα σύντροφο. Έβγαλε τα γυαλιά της και με κοίταξε χαμογελώντας. Πρόλαβα να θαυμάσω τα πελώρια μάτια της -που δεν ήταν κόκκινα ούτε κίτρινα, καστανοπράσινα ήταν- προτού ακούσω και πάλι τη βραχνή φωνή της. «Σύντροφε, σε σένα μιλάω!» είπε.
Κανείς μέχρι τότε δε με είχε αποκαλέσει σύντροφο. Σκέφτηκα ότι οι ιδεολογικές μου αρχές όφειλαν να μου προκαλέσουν ένα αίσθημα ενόχλησης, αλλά κάθε άλλο παρά ενοχλημένος ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
«Πώς τον είπες; Σύντροφο; Μα δεν τον βλέπεις, μωρό μου; Ο τύπος είναι δεξιός. Φασισταριό του κερατά». Ο Μητσάρας είχε σκύψει δίπλα στο μωρό του και βοηθούσε στο μάζεμα. Και ταυτόχρονα την άγγιζε΄ σε σημεία ευαίσθητα.
«Όλοι σύντροφοι είμαστε, Μήτσο μου» επέμεινε το μωρό του . «Δεξιοί κι αριστεροί. Και κεντρώοι».
Ο ασπροδόντης, που είχε υποβιβαστεί εκ νέου από Μητσάρας σε Μήτσο, χασκογέλασε. «Αυτός ο απύθμενος ουμανισμός θα σε φάει, βρε μωρό»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πάνω που ο Μήτσος χάιδευε το μωρό στο λαιμό, πάνω που εγώ συνειδητοποιούσα ότι είχα χάσει και τη δεύτερη ευκαιρία, ακούστηκε η προειδοποίηση του νέου τρομοκρατικού χτυπήματος. «Αμπούλααα!» Ο προθάλαμος της Νομικής άδειασε και πάλι ως διά μαγείας. Ο Μήτσος έτρεξε προς το αμφιθέατρο΄ το μωρό προς την έξοδο. Κι εγώ έμεινα για άλλη μια φορά ακίνητος, παίρνοντας βαθιές ανάσες. Το μονοξείδιο του θείου ξελαμπικάρισε αμέσως το μυαλό μου. Ο μίτος ήταν πιο ευδιάκριτος από κάθε άλλη φορά. Πρώτα τον ακολούθησε το βλέμμα μου. Και μετά τα πόδια μου. Ώσπου πέρασα την πύλη και βγήκα στη Σόλωνος.
Η απριλιάτικη νύχτα ήταν υγρή και φωτεινή. Κι ακόμα πιο φωτεινή η Σόλωνος, καθότι φωτισμένη. Όμως η φατσούλα με τα καστανοπράσινα μάτια δε φαινόταν πουθενά. Πιθανότατα την είχε κοπανήσει, χωρίς να μου δώσει τρίτη ευκαιρία. Με πλημμύρισε μαύρη απογοήτευση. Η σκέψη «Κι αύριο μέρα είναι» δε μου πρόσφερε την παραμικρή παρηγοριά. Αύριο θα ήταν αργά. Ό,τι ήταν να γίνει, έπρεπε να γίνει απόψε. Ιδέα δεν είχα πώς διάολο είχα καταλήξει σ' αυτό το συμπέρασμα, αλλά ήμουν βέβαιος ότι ήταν το σωστό. Έπρεπε να υπάρχει και μια τρίτη ευκαιρία. Ήταν γραφτό, ήταν μοιραίο ...
'Αρχισα να τσεκάρω τα πεζούλια και τις σκιές πίσω από τις κολόνες, αλλά οι μόνες γνώριμες φάτσες ήταν ο μουσάτος και το μελανούρι του. Κουβέντιαζαν κι έκαναν χειρονομίες, δείχνοντας κάτι στην απέναντι πλευρά της Σόλωνος. Κοίταξα κι εγώ από περιέργεια. Και είδα τη φατσούλα. Στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο, ώσπου κατέβηκε στο δρόμο κι άρχισε να τον διασχίζει. Κατευθυνόταν με μαθηματική ακρίβεια καταπάνω μου, χωρίς να με βλέπει. Η προσοχή της ήταν επικεντρωμένη σε κάτι που αρχικά δεν μπορούσα να διακρίνω. Μόνο όταν πλησίασε, διαπίστωσα ότι προσπαθούσε ν' ανοίξει ένα γιαούρτι. Τη στιγμή που πάτησε το πεζοδρόμιο, μόλις δυο βήματα μακριά μου, με πρόσεξε και μου χαμογέλασε για τρίτη φορά. Εγώ κέρωσα, παρατηρώντας με τρόμο το πλαστικό κουταλάκι να βυθίζεται μες στο κεσεδάκι.
Αυτή τη φορά δεν το σκέφτηκα καν. «Μη!» φώναξα. «Είναι ληγμένο!»
Το κουταλάκι έμεινε μετέωρο και η φατσούλα με κοίταξε με ύφος απορημένο. «Κι εσύ πού το ξέρεις, σύντροφε;» ρώτησε.
Χαμήλωσα τον τόνο της φωνής μου, μην τυχόν μ' ακούσει ο μουσάτος κι έχουμε κακά ξεμπερδέματα. «Το ξέρω» της είπα. «Ο μουσάς πουλάει ληγμένα. Και, προς τιμήν του, ενημερώνει τους πελάτες του. Τους λέει ότι δεν είναι προς βρώσιν, αλλά προς γνώσιν και συμμόρφωσιν. Έτσι λέει».
«Προς γνώσιν;»
«Ναι. Τα πετάνε στις συνελεύσεις τα φρικιά. τα. εεε, κάποιοι τύποι, ξέρεις, σε κάποιους άλλους τύπους» Η φατσούλα έβαλε τα γέλια, τη στιγμή που εγώ μούντζωνα νοερά τον εαυτό μου. Ούτε λίγο ούτε πολύ, την είχα αποκαλέσει φρικιό και μάλιστα κατάμουτρα.
«Δεν είναι απ' αυτά τα γιαούρτια, σύντροφε» είπε. «Το πήρα από το ψιλικατζίδικο, απέναντι». Έχωσε το κουταλάκι στο στόμα της κι έγλειψε την άκρη των χειλιών της. Έπειτα φτυάρισε άλλη μια κουταλιά από τον κεσέ και προσφέρθηκε να την αδειάσει στο δικό μου στόμα. «Θες μια κουταλίτσα, σύντροφε;»
Την κοίταξα παραξενεμένος. «Δε σιχαίνεσαι;» τη ρώτησα.
«Γιατί να σιχαθώ; Δε μου φαίνεσαι σιχαμερός».
Σκέφτηκα να τη ρωτήσω πώς της φαίνομαι, αλλά δεν το αποτόλμησα. Απλώς την παρατήρησα προσεκτικότερα. Από κοντά ήταν πολύ πιο όμορφη, μολονότι άβαφη κι ατημέλητη. Τα κατάμαυρα μαλλιά της μπορεί να έπεφταν πάνω στους ώμους απεριποίητα, αλλά ήταν μεταξένια. Τα χείλια της ήταν από φυσικό τους κατακόκκινα και αισθησιακά. Η μύτη της υπόδειγμα για μακέτα πλαστικής χειρουργικής. Τ' αυτιά της κρέμονταν λιγουλάκι, αλλά αυτό ήταν λογικό, μια και τα τεράστια χάλκινα σκουλαρίκια έφταναν μέχρι τους ώμους και θα πρέπει να ζύγιζαν ίσα μ' ενάμισι κιλό το καθένα. Όσο για το κορμί της, ο μπούστος της ήταν πλουσιότατος, αλλά χρειαζόταν οπωσδήποτε να πάρει λίγο κρέας στο μπούτι και στην περιφέρεια. Λογικό να είναι πετσί και κόκαλο, αφού την έβγαζε με γιαουρτάκια. Προφανώς ψωμολυσσούσε, η κακομοίρα. Γι' αυτό και είχε συνταχθεί με την έξω αριστερά πλευρά του προλεταριάτου.
«Θες το υπόλοιπο; Δε θα φάω άλλο». Μου πρόσφερε το γιαούρτι της. Δεν είχε φάει ούτε το μισό.
«Δεν πεινάς;» τη ρώτησα.
«Πώς δεν πεινάω. Απλά κάνω δίαιτα. Έχω πάρει μισό κιλό».
Σκέφτηκα ότι, έτσι κι έχανε κι άλλα κιλά, θα εξανεμιζόταν. Παρ' όλα αυτά, της άρπαξα το γιαούρτι από το χέρι και το χλαπάκιασα με δυο μπουκιές. Είχα να φάω από το πρωί. Εκείνη ήρθε και στάθηκε πλάι μου. Δεν της έριχνα παραπάνω από μισό κεφάλι. «Τι ύψος έχεις;» με ρώτησε.
«Ένα ογδόντα τέσσερα».
«Εγώ είμαι ένα εξήντα έξι». Μου άπλωσε το χέρι. «Λουίζα» συστήθηκε.
«Σταύρος» είπα βιαστικά. Σοβαρεύτηκε απότομα, τόσο που προς στιγμήν υπέθεσα ότι είχα πει καμιά μαλακία. Αλλά το μόνο που είχα πει ήταν το όνομά μου. Εκτός κι αν θεωρούσε μαλακία τ' όνομά μου. Ε, βέβαια, αυτό ήταν. Ακούς εκεί Σταύρος! Ενώ Λουίζα. Θεϊκό όνομα. Δεν κολλούσε με το Σταύρος, πώς να το κάνουμε.
Η Λουίζα έβγαλε τα γυαλιά της και τα καστανοπράσινα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά μου. Τη φοβήθηκα έτσι όπως με κοιτούσε, χωρίς να μιλάει. «Γιατί είσαι δεξιός, σύντροφε Σταύρο;» με ρώτησε ξαφνικά. «Μήπως επειδή έχεις γαλάζια μάτια;»
'Ακουσα την ερώτησή της με αντίλαλο και δεν της απάντησα. Οι φωνές μέσα μου είχαν επανέλθει. Αυτή τη φορά όμως άκουγα μόνο μια φωνή. Την ίδια φωνή που είχα ακούσει και νωρίτερα. Μια φωνή που είχε γίνει πια πολύ βροντερή και επιτακτική για να την αγνοήσω. Μια φωνή που μου υπαγόρευε, με ύφος που δε σήκωνε αντίρρηση, να πω στη Λουίζα μία και μοναδική φράση:
«Λουίζα, πάμε να φύγουμε από δω μέσα.».
Η φατσούλα κοίταξε απορημένη γύρω της. «Δεν είμαστε μέσα, σύντροφε Σταύρο. Έξω είμαστε».
Δεν ήμουν και τόσο σίγουρος γι' αυτό. Αισθανόμουν να είμαι μέσα . Και μάλιστα πολύ βαθιά. Στα έγκατα του Λαβύρινθου.
«Εεε... εννοώ να φύγουμε από δω πέρα» ψέλλισα.
Η απάντησή της με ξάφνιασε. «Και δε φεύγουμε;» είπε απλά.
Μου έπιασε το χέρι. Της το έσφιξα. Δε χρειαζόμουν ειδική πρόσκληση.

[Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Τι σκατά, ειδική πρόσκληση περίμενα; Και τώρα, να με και πάλι μες στο μπουντρούμι, κλεισμένος ανάμεσα στους τέσσερις μουντούς, άβαφους τοίχους. Αλήθεια, τι θα 'χε συμβεί έτσι και είχα μιλήσει σε κείνη τη φατσούλα στη Νομική; Με την απορία θα μείνω... Καθόμουν σαν μαλάκας και τη χάζευα. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Ότι με χάζευε κι εκείνη! Κι όχι μόνο αυτό αλλά μου χαμογέλασε κιόλας! Τρεις φορές παρακαλώ. Και, πού 'σαι, κάποια στιγμή μου μίλησε! Μου ζήτησε να τη βοηθήσω να μαζέψει τις προκηρύξεις της! Κι εγώ, ο χάχας, περί άλλα ετύρβαζα. Ξέρεις τι έλεγα στον εαυτό μου εκείνη τη στιγμή; Τι δουλειά έχω εγώ με μια κομουνίστρια, και μάλιστα του μ-λ. Κι όταν λίγο αργότερα την είδα να διασχίζει κάθετα τη Σόλωνος χαμογελώντας μου και πάλι, έκανα στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και το έβαλα στα πόδια! Το πιστεύεις; Μα φυσικά και το πιστεύεις, τι ρωτάω! Μόνο αν σου έλεγα ότι της μίλησα θα μου γελούσες κατάμουτρα. Τώρα, θα μου πεις, γίνεται να γελάσει ένα ημερολόγιο; Μωρέ, γίνεται, πώς δε γίνεται... Μόνο του σπανού τα γένια δε γίνονται, που λέει κι ο πατέρας μου. Αλλά εγώ είμαι ικανός να το κάνω κι αυτό. Η λογική χάνει την αξία της απέναντί μου. Είμαι ο μαγνήτης του παράλογου, ο μαέστρος του απίθανου!
Μαλάκα, ηλίθιε, καραγκιόζη, ΧΕΣΤΗ! Με το συμπάθιο, αγαπημένο μου ημερολόγιο, αλλά ξέρεις πολύ καλά πως δεν απευθύνομαι σε σένα...]

Κεφάλαιο 1 > Κεφάλαιο 2

Ποιός είμαι και που πάω  
Ομάδες Που Έγραψαν Ιστορία  
 
Ο Έρωτας Δεν Κάνει Για Πιλότος  
Με Λένε Μοίρα    
Ο Μάγος της Μπάλας    
Εκδηλώσεις - Φωτογραφίες - Κριτικές  
Οι γνώμες των αναγνωστών